Skip to main content

Μονή Τοπλού

Περισσότερες πληροφορίες για την μονή Τοπλού.

Η ιστορία της Μονής

Η ονομασία Τοπλού αντικατέστησε κατά τον 17ο αιώνα την επίσημη ονομασία του μοναστηριού που ήταν Παναγία η Ακρωτηριανή όπως αναφέρεται στα επίσημα έγγραφα και σε σφραγίδα του 15ου ή 16ου αιώνα.

Για πρώτη φορά σαν Τοπλού Μοναστήρι αναφέρεται σε Τουρκικό έγγραφο του 1673. Οι περισσότεροι μελετητές της ιστορίας της Μονής δέχονται ότι το όνομα αυτό προήλθε από την Τούρκικη λέξη Τόπ = κανόνι επειδή από την εποχή των Ενετώνείχε μικρό κανόνι για να προφυλάσσεται από τις επιδρομές των πειρατών και να ειδοποιεί συγχρόνως τα γύρω χωριά για τον κίνδυνο που διατρέχει.

Από τις διάφορες άλλες εκδοχές θεωρώ αληθοφανέστερη την υπόθεση πως μπορεί η ονομασία να προήλθε από την συγκοπή της λέξης το πλού(σιο) Μοναστήρι επειδή η μονή διέθετε αρκετή περιουσία ενώ ακόμα και σήμερα ο λαός το λέει « το μεγάλο Μοναστήρι».

Ο χρόνος της ίδρυσης της μονής είναι αβέβαιος και όσοι ασχολήθηκαν με τον εντοπισμό του δεν κατόρθωσαν να παρουσιάσουν στοιχεία ικανά να πείσουν για τις απόψεις τους.

Το βέβαιο είναι πως ο περιηγητής Buondelmonti που το 1415 περιόδευσε την Κρήτη δεν την αναφέρει και σε χάρτη της Κρήτης που παραθέτει στην θέση της σημερινής Μονής τοποθετεί εκκλησίδιο στο όνομα του Αγίου Ισιδώρου. Εκκλησάκι μ’ αυτό το όνομα όμως τοποθετείται στην περιοχή του Κάβο Σίδερου (από το Κάβο Ισίδωρος) αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Μονή.

Οι υποστηρικτές του τελευταίου προβάλλουν και το επιχείρημα πως λόγοι λειτουργικοί, που αποκλείουν την μετονομασία ναών, θα έπρεπε να είχαν διατηρήσει το όνομα του Αγίου αυτού στο ναύδριο του Μοναστηριού. Αυτό όμως κατά κανένα τρόπο δεν είναι κανόνας και ξέρουμε αρκετές εξαιρέσεις.

Θα πρέπει όμως να θεωρηθεί βέβαιο πως το ναύδριο που υπάρχει σήμερα στην Μονή και τιμάται στο γενέθλιο της Θεοτόκου ήταν ο πρώτος πυρήνας γύρω από τον οποίο δημιουργήθηκε το Μοναστήρι. Οι τοιχογραφίες που πρόσφατα αποκαλύφθηκαν κάτω από τον ασβέστη από τους τεχνίτες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, μας οδηγούν στον 14ο αιώνα και είναι το παλιότερο χρονολογημένο μέρος των οικοδομημάτων της μονής.

Τα πότε μεταβλήθηκε το μονύδριο σε φρουριακή μονή είναι αβέβαιο και μόνο ελάχιστα στοιχεία μας οδηγούν στο τέλος του 16ου αιώνα.

Πολύ σύντομα η νέα μονή απόκτησε μεγάλη περιουσία κυρίως με τις δωρεές πλούσιων Σητειακών. Τα κτήματά της έφθαναν από τον Κάβο Σίδερο μέχρι τα Πηλαλήματα.

Ίδρυσε δε εκκλησίες σε όλη την Κρήτη που εξαρτώντι από αυτήν όπως η Παναγία η Ταυραδιανή ή Ακρωτηριανή στην Κριτσά του Μεραμπέλου, μονύδριο στην περιοχή του Ηρακλείου με το όνομα Παναγία η Ακρωτηριανή.

Επίσης άμεση σχέση με την μονή είχε το γνωστό Μοναστήρι Παπλινού στην Ιεράπετρα ενώ και οι γνωστές Σητειακές Μονές της Αγίας Σοφίας Αρμένων, Παναγίας Φανερωμένης στον Τράχηλα και Καψά οπωσδήποτε μετά από την παρακμή τους ήταν κάτω από την επίβλεψη της Μονής Τοπλού.

Το 1530 το Τοπλού λεηλατήθηκε από τους ιππότες της Μάλτας.

Το 1612 υπέστη καταστροφή από σεισμό και το 1613 η Ενετική Γερουσία έστειλε για ανακαίνισή της 200 δουκάτα στον ηγούμενο της Γαβριήλ Παντόγαλο. Αυτά αναφέρονται σε έγγραφο του διοικητή της Σητείας Nicolo Balbi όπως γράφει ο Σάθας.

Το 1646 έπεσε στα χέρια των Τούρκων οι οποίοι όχι μόνο λεηλάτησαν το μοναστήρι, αλλά υποχρέωσαν και τους καλόγερους να διασκορπιστούν. Ο οικουμενικός πατριάρχης Γαβριήλ σε σιγίλιόν του του 1704 με το οποίο ανακηρύχθηκε και η μονή σταυροπηγιακή αναφέρει « η πρότερον περικαλλης (μονή) υποστάσα ερήμωσιν έφθασεν εγγύς αφανισμού και έμεινε καιρόν ικανόν άνευ πατέρων συνασκουμένων».

Ούτε όμως το 1745 η Μονή είχε αναλάβει όπως φαίνεται από Πανταχούσα του Οικουμενικού Πατριάρχη Παϊσίου με την οποία ζητείται από τους φιλελεήμονες Χριστιανούς να την ενισχύσουν γιατί «κατήντησε εις εσχάτην δυστυχίαν και στενοχωρίαν και παντελή σχεδόν ακυβερνησία…».

Σε όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Μονή υπέστη τα πάνδεινα γιατί εθεωρείτο ως καταφύγιο των διωκομένων αλλά και εστία εθνικών αγώνων, ενώ και ο πλούτος της ήταν αντικείμενο αρπακτικών διαθέσεων των Οθωμανών.

Σχετικά με το τελευταίο, η παράδοση διηγείται πως θανατώθηκε ο Γενίτσαρος Μπραήμ Αγάς Κασάπης από την Κάτω Επισκοπή ο οποίος συχνά λεηλατούσε το μοναστήρι και τον οποίο σκότωσε επίσης Τούρκος που λέγεται πως τον έβαλαν οι καλόγεροι. Λέγεται πως το πτώμα του νεκρού γενίτσαρου έπεσε από το ζώο στο οποίο ήταν φορτωμένο, σε μικρή απόσταση από την Μονή, σε τοποθεσία που και σήμερα ακόμη λέγεται το «ρυάκι του αναθέματου».

Το χρονικό αυτό υπάρχει σε ένα πατριαρχικό βιβλίο που ίσως έγραψε ο ηγούμενος Ζαχαρίας Κορνάρος και το γεγονός μάλλον έγινε επί της ηγουμενίας του γύρω στο 1811.

Να σημειωθεί ότι ο Γενίσταρος Κασάπης είχε σκοτώσει και τον ηγούμενο του Τοπλού Ιερεμία τον οποίον διαδέχτηκε ο Ζαχαρίας Κορνάρος.

Μετά τον ξεσηκωμό του 1821 στην κυρίως Ελλάδα και τις αυστηρές εντολές του Σουλτάνου Μαχμούτ στους τοπάρχες της Κρήτης, ο τοπάρχης της Σητείας Ιμπραήμ Αφαντακάκης άρχισε σφαγή στην επαρχία (Χοχλακιές, Τουρτούλλοι, Ζήρος, Αχλάδια) από τις οποίες δεν γλύτωσαν ούτε οι μοναχοί στο Τοπλού.

Κατά την παράδοση εκτός από την λεηλασία που υπέστη η Μονή, μπροστά στην εξωτερική είσοδο, γνωστή σαν Πόρτα της Λότζας, εσφάγησαν 12 μοναχοί.

Το 1828 ήρθε η σειρά των Τούρκων να οχυρωθούν στο μοναστήρι όπου πολιορκήθηκαν από επαναστατικό σώμα που είχε αρχηγούς τους Σητειακούς οπλαρχηγούς Ιωάννη Κοντό, Ιωάννη Μακρή και Ιωσήφ Δερμιτζάκη. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν η Μονή όμως υπέστη νέα αντίποινα.

Στο διάστημα από 1828 ως την επανάσταση του1866, η μεγάλη φήμη του Τοπλού συνέτεινε να αποκτήσει πάλι την οικονομική της ευρωστία. Μετά όμως από το ξέσπασμα της Επανάστασης οι Τούρκοι κατευθύνθηκαν στο Μοναστήρι για να συλλάβουν τον ηγούμενο Μελέτιο Μιχελιδάκη που ήταν μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής Σητείας. Ο Μιχελιδάκης κατόρθωσε να διαφύγει στην Κάσο και άλλοι μοναχοί στην Σύμη.

Μια όμως ομάδα από αυτούς δεν κατόρθωσε να απομακρυνθεί και ύστερα από προδοσία συνελήφθη στο μετόχι του Ανάλουκα.

Οι μοναχοί αυτοί ήταν οι Νεόφυτος Μικρός, Παρθένιος Σφακιανάκης και Ζαχαρίας Καραβιτάκης.

Δεν έχουμε σαφή στοιχεία αλά μόνο ενδείξεις ότι στο Τοπλού λειτουργούσε Κρυφό Σχολείο στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας είναι όμως βέβαιο πως το 1870 ιδρύθηκε εκεί αλληλοδιδακτικό Σχολείο.

Δεν ξέρουμε επίσης με ακρίβεια πόσους μοναχούς είχε κατά περιόδους η Μονή πλην του 1881 που απογράφονται 26 μοναχοί και 54 άτομα υπηρετικό προσωπικό.

Στην Γερμανική κατοχή στην Μονή υπήρχε ασύρματος και οι Γερμανοί συνέλαβαν και εξετέλεσαν το 1944 τον ηγούμενο της Μονής Γεννάδιο Συλλιγνάκη, από τα Σφακιά στην Αγιά Χανιών, ενώ βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν και άλλοι μοναχοί.

Τα οστά του Συλλιγνάκη μεταφέρθηκαν το 1955 στο ηρώο έξω από την Μονή.

Ο αρχιτεκτονικός διάκοσμος της μονής - Τα κειμήλια

Η Μονή έχει σχήμα τετράγωνο και περιβάλλεται από τείχος. Η συνολική επιφάνεια που καταλαμβάνει το κύριο κτήμα είναι περίπου 800 τμ και έχει συνολικό ύψος 10μ. Μπροστά από το κτίριο υπάρχει μια αυλή που περιβάλλεται από τείχος στην οποία μπαίνει κανείς από την πόρτα της Λοτζιας η οποία έχει αναστηλωθεί. Μέσα στην αυλή βρίσκονται διάφοροι βοηθητικοί χώροι όπως μαγειρεία, φούρνοι, αποθήκες οι οποίοι αναστηλώνονται με την εποπτεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Στο ανώφλι δωματίου αριστερά μετά την είσοδο υπάρχει χαραγμένη με κεφαλαία γράμματα η επιγραφή « εις δοχήν των εισερχομένων».

Στον χώρο του οικήματος του μοναστηριού εισέρχεται κανείς από χαμηλή πόρτα ακριβώς απέναντι από την πόρτα της Λότζιας που λεγόταν παλιότερα « πόρτα τουΤροχού», επειδή εκυλίετο πάνω σε τροχό λόγω του μεγάλου βάρους της και έκλεινε ερμητικά για να μην είναι εύκολη η παραβίασή της. Ακριβώς πάνω από την πόρτα, αλλά υψηλότερα, υπήρχε άνοιγμα το οποίο είχε κλειστεί μεταγενέστερα και το οποίο υπάρχει σε όλες σχεδόν τις φρουριακές μονές και είναι γνωστό με το όνομα φονιάς ή ζεματίστρα γιατί από αυτό οι αμυνόμενοι μοναχοί έρριπταν πέτρες ή καυτό νερό ή ζεματιστό λάδι εναντίον αυτών που πολιορκούσαν το μοναστήρι και προσπαθούσαν να παραβιάσουν την πόρτα.

Μετά το άνοιγμα της πόρτας του Τροχού αφού περάσεις ένα στενό καμαρωτό διάδρομο μια άλλη πόρτα σε βγάζει στην μικρή αυλή του κυρίως μοναστηριού. Εσωτερικά πάνω από την δεύτερη αυτή πόρτα υπάρχει εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με παράσταση ανάγλυφου σταυρού που τον στηρίζουν δελφίνια.

Στην μικρή αυλή που εισερχόμεθα δεξιά υπάρχει πηγάδι με καλό νερό από το οποίο υδρεύεται το μοναστήρι και που η διάνοιξή του πρέπει να έγινε από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Μονής. Ακριβώς απέναντι υπάρχει ο μικρός ναός, δίκλιτος και διμάρτυρος, στον οποίο είναι καταφανής η επίδρασις της δυτικής αρχιτεκτονικής. Το βόρειο κλίτος είναι αφιερωμένο στην γέννηση της Θεοτόκου και το νότιο, το οποίο είναι νεώτερη προσθήκη από την διαμόρφωση διπλανού μεκρόστενου χώρου με καμαρωτή στέγη, στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και γιορτάζει στις 26 Σεπτεμβρίου.

Αριστερά επάνω από την είσοδο- εξωτερικά- είναι εντοιχισμένες 4 πλάκες από τις οποίες οι 3 είναι ανεπίγραφες και η άλλη παρουσιάζει ανάγλυφη την παράσταση της Παρθένου Μαρίας να κρατά το βρέφος- Χριστό και γύρω της η επιγραφή ΚΥΡΑ Η ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΝΗ και πιο κάτω ΜΡ-ΘΟ.

Αναμφισβήτητα το ανάγλυφο έχει δυτική επίδραση.

Οι άλλες επιγραφές έχουν σχέση με τον ιδρυτή της μονής τον ονομαστό Γαβριήλ Παντόγαλο πλην της τρίτης που πρόκειται για την περίφημη « Διαιτησία των Μαγνήτων». Η μία από τις δυο, που έχει σχέση με την Μονή, γράφει τα ακόλουθα με κεφαλαία χαρακτά γράμματα

Ο της Μονής προστάτης

Ούρεος αιπυτάτοιο, κόρη, λάν δίχα χειρών

Τμηθεντ, αφράστως δεξάμνη συ μόνη

Ιλαθ αποχομένοις ικέταις σοις ηδέ παρούσι

Νυν τε και εσσομένοις αζομένοις σε όλως

Ταύταν εκ κραδίης αιτών χαριν ως πολύμοχθος

Παντόγαλος Γαβριήλ Παρθενική Μαρίη

Κι ου μόνος αυταρ άπαντες αολλέες άζυγες αγνή

Κύπτοντες κατά γης αντιβολούμε πάντες

Νυν δε τι ελπωρή μερόπων, Μαρίη Ερατεινή

Δέχνυο και ημών ψυχοσόους τε μόγους

Απόκρισις

Ευμενεστέρα πέλω και έσσομαι υμετέροις

Μόχθοις, ιον εμόν πάντοτε λισσομένη

Δηλαδή σε ελεύθερη μετάφραση

« Ο Προστάτης της Μονής (προς την Παναγία) ω κόρη, εσύ που δέχτηκε το λιθάρι που έπεσε από ψηλό βουνό με τρόπο ανεξήγητο χωρίς να κοπεί από ανθρώπινα χέρια (εννοεί τον Χριστό σύμφωνα με το όραμα Δανιήλ) γίνε σπλαχνική και στους δούλους σου και σ΄αυτούς που έφυγαν από τον κόσμο αυτό και σ΄αυτούς που θα γεννηθούν και που όλοι σε ευλαβούνται. Αυτή την χάρη σου την ζητώ Παρθένα μου από τα βάθη της καρδιάς μου εγώ ο Γαβριήλ Παντόγαλος που κόπιασα πολύ και μαζί με μένα και οι μοναχοί που ασκητεύουν μαζί μας. όλοι σου πέφτουμε στα γόνατα αγνή. Δέξου και τώρα Παναγιά μας, συ η ελπίδα των ανθρώπων τους μόχθους για την σωτηρία της ψυχής των συνανθρώπων μας.

Απόκριση της Παναγίας

Θα είμαι πιο ευσπλαχνική και τώρα και πάντα στους κόπους σας παρακαλώντας χωρίς ανάπαυλα τον γυιο μου».

Εσωτερικά ο ναίσκος της Μονής έχει θαυμάσιες εικόνες που δίνουν επιβλητικότητα στην ευλαβική ατμόσφαιρα του με σημαντικότερη την θαυμάσια τέχνης εικόνα που ονομάζεται « Μέγας ει Κύριε» που έχει 61 παραστάσεις εμπνευσμένες από την ομώνυμη ευχή του Μεγάλου Αγιασμού των Θεοφανείων που σύνταξε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σοφρώνιος.

Στο κάτω μέρος της εικόνας αυτής υπάρχει η πιο κάτω επιγραφή με βυζαντινά γράμματα, αλλά με ανορθογραφίες « Ιωάννου πόνημα Κορνάρου εις τους 25 χρόνους της ηλικίας του δηα συνδρομής δε του Πανοσιωτάτου κυρου Παρθενίου Ιερομονάχου ηγουμένου το επίκλην Καφούρος εις τον Ε χρόνον της ηγουμενίας αυτού, αψο» δηλαδή το 1770.

Αριστερά υπάρχει άλλη επιγραφή «Δέησης του δούλου του Θεού Δημητρίου προσκυνητού, συμβήας και των τέκνων αυτού».

Εξ ίσου θαυμαστής τέχνης εικόνα είναι αυτή που παρουσίαζε τον Αγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και η οποία καθαρίστηκε το 1969 αποκαλύπτοντας στο κάτω μέρος την υπογραφή του ζωγράφου « Χείρ Φρ. Καβετρζά».

Άλλες σημαντινές εικόνες του παρεκκλησιού της μονής είναι

Α)Η εις Αδου Κάθοδος με επιγραφή ανακαινισμού από τον ιερομόναχο Ματθαίο Βατζάκη και ημερομηνία, ίσως κατασκευής, 1636.

Β)Η Παναγία η Αμίαντος με επιγραφή ανακαινισμού από τον πιο πάνω μοναχό και χρονολογία 1795.

Γ) Η Παναγία βρεφοκρατούσα που έγινε επί ηγουμενίας Παρθενίου (Καφούρου)όπως γράφει επιγραφή στο κάτω μέρος δηλαδή στα 1770.

Δ) Χριστός ένθρονος με χρονολογία ανακαινισμού 1769 από τον ίδιο ηγούμενο.

Ε) Στις τρεις πλευρές παλιού προσκυνηταρίου με έγχρωμα φυτικά μοτίβα υπάρχουν επιγραφές που δείχνουν ότι έγινε η ζωγράφιση από τον ζωγράφο Σταματίου για τον ηγούμενο Παρθένιο Καφούρο το 1770 στις 2 του Οκτώβρη.

ΣΤ) Εξαίρετη είναι και η εικόνα του Παντοκράτορα αλλά χωρίς επιγραφή.

Ζ)Οι Τρεις Ιεράρχες – με επιγραφή ότι είναι δέηση του Γρηγορίου Ιερομονάρχου και της Ειρήνης χρονολογία 1769 που έγινε ο ανακαινισμός της – όπως γράφει- από τον ηγούμενο Παρθένιο Καφούρο»

Η) Στα βημόθυρα επίσης του κλίτους της Παναγίας εικονίζονται οι Πέτρος και Παύλος και κάτω η επιγραφή «Δέηση του δούλου του Θεού Παρθενίου Ιερομονάρχου και Ηγουμένου».

Από την παράθεση των πιο σημαντικών εικόνων του καθολικού φαίνεται πως ο ηγούμενος Παρθένιος Καφούρος υπήρξε ο πιο σπουδαίος ανακαινιστής, αλλά και δημιουργός του ζωγραφικού διακόσμου του μεταξύ των ετών 1765 και 1771.

Στο παρεκκλήσι επίσης φυλάγονται με επισημότητα, αλλά και ευλάβεια λείψανα των Αγίων Χαραλάμπους, Δομητιανού, Τρύφωνος, Παντελεήμονος, Στεφάνου, Αβερκίου, Ιακώβου και της Οσίας Αναστασίας.

Αλλά η πιο σημαντική ίσως αποκάλυψη έγινε πρόσφατα στο εσωτερικό του παλαιότερου κλίτους όταν τα συνεργεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας αποκάλυψαν κάτω από τους νεώτερους σοβάδες την ύπαρξη θαυμασίων τοιχογραφιών που οι ειδικοί χρονολογούν το 14ο και 15ο αιώνα.

Αν και μεγάλο μέρος του διακόσμου αυτού έχει καταστραφεί, μπορεί ο επισκέπτης να θαυμάσει τις παραστάσεις της Προδοσίας του Ιούδα, του Νιπτήρα, την ευλογία των ιερέων στην Παναγία, τα Εισόδια, την γέννηση της Παναγίας, τον Μυστικό Δείπνο, την Μεταμόρφωση, την κλίμακα του Ιακώβ, τον Χριστό στον δρόμο για τον Γολγοθά, την Σταύρωση, την Αποκαθήλωση, την εις Άδου Κάθοδον, την παράσταση «Μη μου άπτου», την παραβολή των 10 Παρθένων.

Το ίδιο κλίτος στην βόρεια πλευρά του έχει μικρό δωμάτιο που χρησίμευε σαν γυναικωνίτης. Εξωτερικά του δωματίου αυτού στο βόρειο παράθυρο υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα όπου με κακογραμμένα γράμματα διαβάζει κανείς τα καινούργια έργα και τις ανακαινίσεις στη μονή που έγιναν επί ηγουμενίας Μελετίου Μιχελιδάκη από το 1862-1870.

Στο ισόγειο της Μονής εκτός από το καθολικό υπάρχουν και άλλα δωμάτια που χρησιμεύουν σαν αποθήκες αλλά δεν είναι ξεκαθαρισμένη η πρώτη λειτουργικότητά τους. Επίσης υπάρχουν και κελλιά μοναχών.

Στο ισόγειο επίσης δημιουργήθηκαν και στεγάστηκαν τα δυο σημαντικά μουσεία της Μονής, το μουσείο εκκλησιαστικών κειμηλίων και η Συλλογή χαρακτικών του 17ου και 19ου αιώνα.

Στο πρώτο, εκτίθενται οι σημαντικότερες εικόνες για ορισμένες από τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω, καθώς και πολύτιμα βιβλία, λειτουργικά σκεύη , ιερά άμφια. Από τις υπόλοιπες εικόνες θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά σ΄αυτήν που ονομάζεται «Ρόδον το Αμάραντον » και υπογράφεται από τον ζωγράφο Σταματίου με χρονολογία 1771. Η σημασία της εικόνας δεν είναι μόνο για τη θαυμάσια παράσταση αλλά για την απεικόνιση στην κάτω αριστερή γωνιά της, σε μικρογραφία, της τότε αρχιτεκτονικής μορφής της Μονής με υπόμνημα των σπουδαιότερων μερών της το οποίο και σήμερα υπήρξε εξαιρετικό βοήθημα για την αποκατάσταση των κτιριακών φάσεων του μοναστηριού.

Στη Συλλογή των χαρακτικών, η οποία είναι σχεδόν στο σύνολό της προσφορά του Θεοχ. Μιχ. Προβατάκη, παρουσιάζονται αποτυπώσεις ξυλογραφιών, χαλκογραφιών και λιθογραφιών με θέματα τα οποία αποτελούν ένα μοναδικό σύνολο θρησκείας, τέχνης και παράδοσης, παρμένα κυρίως από τους εικονογραφικούς κύκλους του Αγίου Όρους, και των Ορθοδόξων προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων. Μεταξύ αυτών, σε ιδιαίτερη προθήκη, εκτίθενται οι τόμοι τριών έντυπων εκδόσεων του ονομαστού λεξικού Σούδα (βυζαντινό λεξικό ονομάτων και πραγμάτων), της πρώτης του 1499, της επανέκδοσης της δεύτερης (1515) του 1544 και της τρίτομης, δίγλωσσης του 1705.

Μια λίθινη σκάλα οδηγεί στον πρώτο όροφο όπου σήμερα υπάρχει το ηγουμενείο, κελλιά μοναχών, το μαγειρείο, οι τραπεζαρίες τουυπηρετικού προσωπικού και η μεγάλη τραπεζαρία όπου συνέτρωγαν οι μοναχοί τις εορτές και τις Κυριακές.

Δίπλα στο ηγουμενείο στο εξωτερικό παράθυρό του υπάρχει η επιγραφή με κεφαλαία γράμματα ΑΛΗΘΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΕΛΕΤΗ, ενώ πιο πέρα κάτω από το καμπαναριό βρίσκεται η εντοιχισμένη επιγραφή με την ορθογραφία του κειμένου

Οικοδομήθησαν η π’

Αρούσες στω

Αις εν μη

Νη Μαρτίω 29

Χ Τιμόθεος Ηγούμενος

Από τον δεύτερο όροφο και από χαμηλή πόρτα εισέρχεται κανείς στο εσωτερικό του κωδωνοστασίου, αλλά θα χρειαστή να περάσει 7 στοές σε κάθετη σχεδόν άνοδο για να φθάσει στον χώρο που είναι οι καμπάνες. Στον νότιο τοίχο του καμπαναριού στο ύψος της ταράτσας εντοιχίστηκε το 1836 μαρμάρινη πλάκα.

Τα κειμήλια της Μονής πρέπει να ήταν πολλά, πολύτιμα και σπουδαία.

Δυστυχώς όμως οι συνεχείς λεηλασίες της μονής από τον 15ον αιώνα μέχρι και την πρόσφατη κατοχή της αφαίρεσαν τα περισσότερα.

Έξω από την μεγάλη αυλή με τους βοηθητικούς χώρους υπάρχει σειρά οικοδομημάτων τα οποία σήμερα αναστηλώνονται προσεκτικά για να χρησιμοποιηθούν άλλα για ξενώνες και άλλα για να επανέλθουν στην ίδια μορφή την οποία είχαν παλιά, αλλά για μουσειακούς λόγους.

Να σημειωθεί πως έξω από την μονή και κυρίως στο δυτικό χώρο της υπήρχαν παλαιότερα εν χρήσει ελαιοτριβείο, ανεμόμυλος, αποστακτήριο, φούρνοι, χαρκιδιό (σιδηρουργείο), σταύλοι, αχυρώνες και κελλιά των μοναχών. Επίσης στα ΝΔ υπάρχει νεκροταφείο στο διπλανό παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού και μεταξύ αυτού και των άλλων οικοδομημάτων ηρώο για τους πεσόντες μοναχούς με ανάγλυφο έργο του γλύπτη Τζομπανάκη.

Στα Β επίσης της Μόνης σε ύψωμα γνωστό σαν Κεφάλα βρέθηκε μικρό ιερό κορυφής του οποίου δυστυχώς η σύληση ήταν εκτεταμένη.

Δείτε επίσης.
Εικόνες από την Μονή
Δείτε επίσης.