Εξερευνήστε τους αρχαιολογικούς χώρους που διαμορφώνουν την ιστορία και τον πολιτισμό μας.

Εδώ οι αρχαιολογικές έρευνες φέρνουν διαρκώς καινούρια στοιχεία, ενώ η έκταση των ερειπίων υποδηλώνει μεγάλη και μακρόχρονη εγκατάσταση.

Ο Ν. Πλάτων υποστήριξε ότι πρόκειται για οικοδόμημα που ανήκει σε ΜΜ ιερό κορυφής και ότι το πηγάδι της αυλής ήταν αποθέτης ιερών αντικειμένων.
Τα αναπάντητα ερωτήματα συνεχίζουν ακόμα να απασχολούν τους αρχαιολογικούς κύκλους και σχετίζονται με τη χρήση, τη λειτουργία και το σχήμα του οικοδομήματος.

Η ίδρυση της Ιτάνου ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Την πρώτη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη της πόλης την δίνει ο Όμηρος. Υπήρξε σπουδαίος σταθμός διαμετακομιστικού εμπορίου και είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με την Εγγύς και Μέση Ανατολή, στην οποία έκανε εξαγωγή πορφύρας, σπόγγων, γυαλιού και αλιευμάτων.
Οι Ιτάνιοι ήταν κυρίαρχοι σε όλες τις ανατολικές ακτές της Σητείας και τα όριά της εκτείνονταν από το ακρωτήριο Σαμώνιο (Κάβο- Σίδερο) ως το ακρωτήριο Ερυθραίο (Γούδουρας). Η εξαγωγική δραστηριότητα που ανέπτυξε η Ίτανος απ' όλη την περιφέρεια που κυριαρχούσε, καθώς και τα έσοδα που της εξασφάλιζε το ιερό του Δικταίου Δία στο Παλαίκαστρο, πλούτισαν την πόλη, όπως προκύπτει από το πλήθος των ναών και των πολυτελών μαρμάρινων οικοδομών της. Ένα σημαντικό κατάλοιπο αυτής της περιόδου είναι η ενεπίγραφη πλάκα, σήμερα εντοιχισμένη αριστερά του καθολικού της Μονής Τοπλού, γνωστή ως «Επιγραφή των Μαγνήτων». Από αυτήν την επιγραφή πληροφορούμαστε ότι, επειδή οι Ιτάνιοι βρίσκονταν σε συνεχείς προστριβές με τους κατοίκους της Πραισού, ζήτησαν την βοήθεια του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου του Φιλομήτορα το 146 π.Χ, ο οποίος βοήθησε στρατιωτικά τους Ιτάνιους, στέλνοντας ακόμη και φρουρές στην επικράτεια της Ιτάνου. Η βοήθεια του Αιγυπτίου βασιλιά και η εμπλοκή των Πραισίων στον πόλεμο με τους Ιεραπύτνιους έθεσαν τέλος στις μεταξύ τους διαμάχες. Όμως οι Ιτάνιοι δεν βρήκαν την ησυχία τους. Η Ιεράπετρα, ο νέος γείτονας που κατέλαβε την Πραισό, εκδήλωσε εδαφικές διεκδικήσεις στην Ίτανο.
Οι διαμάχες και οι προστριβές τους κράτησαν ως το 67 μ.Χ. . Στα ρωμαϊκά χρόνια η Ίτανος εξακολουθούσε να κατέχει εξέχουσα θέση. Οι Ρωμαίοι της επέτρεπαν να κόβει δικά της νομίσματα και να συμμετέχει στο κοινό των Κρητών.
Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει τον χώρο σταματώντας στα διάφορα ερείπια όπως το μεγάλο φυλάκιο «πύργος» στη δυτική ακρόπολη, από μελανούς ογκόλιθους, την μεγάλη παλαιοχριστιανική εκκλησία στην ανατολική ακρόπολη, την ελληνιστική συνοικία, τους δυο παλαιοχριστιανικούς ναούς στους πρόποδες του λόφου που οδηγεί στο Βάι και το νεκροταφείο έξω από την πόλη. Μετά την καταστροφή της πόλης στα βυζαντινά χρόνια υπάρχουν ενδείξεις ότι ο χώρος κατοικήθηκε στην Ενετοκρατία.

Ένας κεντρικός δρόμος διασχίζει τον οικισμό και τον διαιρεί σε 9 συνοικίες. Τα σπίτια που βλέπουν στο δρόμο έχουν επιβλητικές προσόψεις και υπάρχει εξαίρετο αποχετευτικό σύστημα.
Η ζωή εδώ φαίνεται να σταμάτησε στο 15ο αι. π.Χ. εξαιτίας της έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης.
Η σημαντικότερη ανακάλυψη στο χώρο ήταν το ιερό του Δικταίου Δία, από τα πιο γνωστά ιερά της Ανατολικής Κρήτης. Στα ερείπια του ναού βρέθηκε επιγραφή από φαιό ασβεστόλιθο που περιλάμβανε τον ύμνο προς τον Δικταίο Δία. Τον ύμνο έψαλλαν γυμνοί ασπιδοφόροι νέοι που μιμούνταν τους Κουρήτες, οι οποίοι, σύμφωνα με το μύθο, παραβρέθηκαν στη γέννηση του Δία στο Δικταίο Άνδρο. Ο ύμνος είναι μια επίκληση στον Δικταίο Δία, εξυμνούνται τα αγαθά και η παντοδυναμία του και τον παρακαλούν να φέρει στους ανθρώπους την ευτυχία, στη γη εφορία των καρπών κ.λ.π.
Η λατρεία στο ιερό πιθανότατα είχε μυστηριακό χαρακτήρα και ήταν συνεχής από τους Γεωμετρικούς χρόνους έως τη Ρωμαϊκή κατάκτηση.

Πρώτες ανασκαφές στο χώρο έγιναν στα τέλη του περασμένου αιώνα από τους Ιταλούς αρχαιολόγους Halbherr και Mariani. Συστηματικές ανασκαφές όμως έγιναν αργότερα από τον Άγγλο P. Gogarth, διευθυντή της αγγλικής αρχαιολογικής σχολής των Αθηνών, που αποκάλυψε τμήμα της αρχαίας πόλης, δηλ. δώδεκα σπίτια της υστερομινωικής περιόδου που έκρυβαν αξιόλογους θησαυρούς. Η τυχαία ανεύρεση χρυσών νομισμάτων και ενός ξίφους δίνουν την αφορμή στην αρχαιολογική σκαπάνη να αρχίσει πάλι το έργο της. Ο έφορος αρχαιοτήτων Ν. Πλάτων, γνώστης και μελετητής του μινωικού πολιτισμού αρχίζει το ανασκαφικό του έργο, που γνωρίζει λαμπρή επιτυχία. Αποκαλύπτεται ένα νέο μινωικό ανάκτορο, το τέταρτο στην Κρήτη, μετά το ανάκτορο της Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλλίων, που αν και μικρότερο έδωσε περισσότερα από 10.000 αντικείμενα εξαιρετικής τέχνης, πολλά από τα οποία χαρακτηρίζονται ως «βασιλικά». Τα ευρήματα αυτά εκτίθενται σήμερα σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου.
Ζάκρος 2
Η συνολική έκταση του ανακτόρου ξεπερνά τα 8.000 τ.μ. και απλώνεται γύρω από μία κεντρική αυλή, όπως συμβαίνει με τα άλλα γνωστά ανακτορικά κέντρα της Κρήτης. Αν και το ανάκτορο παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τα άλλα μεγάλα ανάκτορα της Κρήτης έχει και τις δικές του ιδιομορφίες, που βοηθούν στην πληρέστερη μελέτη της μινωικής αρχιτεκτονικής. Υπάρχουν επίσης στοιχεία για τον τρόπο ζωής των ηγεμόνων καθώς και τις σχέσεις της Ανατολικής Κρήτης με την Αίγυπτο και την Μέση Ανατολή. Τα στοιχεία πείθουν ότι η Ζάκρος υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου της Κρήτης και ένας σταθμός πλοίων που ταξίδευαν στην Αφρική.
Η ξυλεία των κέδρων, το λάδι και το κρασί αποτελούσαν βασικά προϊόντα εξαγωγής προς την Αίγυπτο και άλλες χώρες. Από αυτές τις χώρες εισάγονταν ελεφαντόδοντο, χρυσός, πολύτιμες και ημιπολύτιμες πέτρες, που επεξεργάζονταν οι τεχνίτες των ανακτόρων.
Η βιοτεχνία εδώ βρισκόταν σε ιδιαίτερη ανάπτυξη, λόγω της φτωχής ορεινής ενδοχώρας, που δεν επέτρεπε την ανάπτυξη γεωργίας.
Το ανάκτορο χτίστηκε γύρω στα 1600 π.Χ. και καταστράφηκε το 1450 π.Χ. από την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Μετά την ξαφνική και ολοκληρωτική καταστροφή δεν ξανακτίζεται άλλο ανάκτορο στη θέση του. Το ανάκτορο, σκεπασμένο από κομμάτια λάβας και ελαφρόπετρας, παρέμεινε ασύλητο και παρέδωσε απλόχερα τους θησαυρούς του στο κτύπημα της αρχαιολογικής σκαπάνης.
Στα γύρω υψώματα στον Τραόσταλο και το φαράγγι των Νεκρών ανακαλύφθηκαν ταφές προϊστορικής εποχής.

Στην εποχή του Χαλκού φαίνεται ότι το νησί ενώνονταν με τη στεριά και δημιουργούνταν δύο λιμάνια (ανατολικό και δυτικό) για να προφυλάσσονται τα πλοία από τον καιρό.
Ο Μόχλος, λόγω της θέσης του έγινε σημαντικό κέντρο των Μινωιτών.
Ο Αμερικανός αρχαιολόγος R. Seager, το 1908 ανακάλυψε τάφους στη Β.Δ. πλευρά του νησιού που είχαν σχήμα ορθογώνιων διαμερισμάτων και ανήκαν σε αρχοντικές οικογένειες. Εκεί βρέθηκαν θαυμάσια χρυσά κοσμήματα και διαδήματα, σφραγιδόλιθοι, μοναδικά λίθινα αγγεία και διπλοί πέλεκες, που κοσμούν σήμερα την πρώτη αίθουσα του αρχαιολογικού μουσείου Ηρακλείου. Σημαντικό εύρημα ήταν ένα χρυσό δαχτυλίδι με αναπαράσταση γυμνής γυναικείας θεότητας.
Σήμερα οι ανασκαφές συνεχίζονται κι έχει αποκαλυφθεί μεγάλο τμήμα του οικισμού στα νότια του νησιού. Η επίσκεψη του αρχαιολογικού χώρου γίνεται με βάρκα από τον οικισμό του Μόχλου.
