Κάποιοι απορρίπτουν αυτήν την άποψη και αναζητούν την αρχαία πόλη της Σητείας σε άλλες τοποθεσίες όπου δηλαδή υπάρχουν ερείπια Μινωικών οικισμών.
Η Ιστορία της πόλης
Ο Bosanquet πιστεύει πως την αρχαία Ητεία πρέπει να την αναζητήσουμε στον γειτονικό λόφο του Πετρά που και σήμερα υπάρχει μικρός συνοικισμός και απέχει μόλις 1 χλμ. από την πόλη, στον δρόμο για το Παλαίκαστρο.
Πράγματι, πλήθος αρχαίων ερειπίων, κατοικιών, τειχών, δείχνουν πως υπήρχε εκεί μια συστηματική αρχαία κατοίκηση αν και όλα τα ευρήματα είναι Μινωϊκών χρόνων. Ας ελπίσουμε πως η αρχαιολογική σκαπάνη θα δώσει κάποτε απάντηση στο διπλό ερώτημα πόσο σπουδαίος υπήρξε ο συνοικισμός και ποιο το όνομά του, γιατί ακόμα κανένα εύρημα δεν μας έχει φανερώσει το αν πρόκειται για την αρχαία Ητεία ή άλλη πόλη. Στον Πετρά, στα τέλη του 1979, ο Ν.Π. Παπαδάκης, αρχαιολόγος ανέσκαψε ρωμαϊκό τάφο με πλούσια κτερίσματα.
Η Σητεία που γράφεται στα Βενετσιάνικα έγγραφα Sittia ή Sithia ή Settia άκμασε και προόδευσε τόσο από την αρχή της Ενετικής κατάκτησης ώστε η Γερουσία σε έγγραφό της το 1232 την αποκαλεί «Maximum statum et lumen ejusdem insulae » δηλαδή μεγάλο σταθμό και φως της νήσου.
Το βέβαιο είναι ότι α) ο Μπούργκο συνοικίστηκε πάλι και β) η Ενετική εξουσία σκέπτεται σοβαρά να εκκενώσει την πόλη της Σητείας. Το 1639 ο Γενικός προβλέπτης Isepo Civran σε έκθεσή του, προτείνει να εγκαταλειφτεί η Σητεία και να μεταφερθούν οι κάτοικοί της σε οχυρά φρούρια του εσωτερικού της Επαρχίας και πιθανώς στο Λιόπετρο και στο Μόντε Φόρτε. Όμως η εγκατάλειψη της πόλης δεν έγινε αμέσως αλλά γύρω στα 1648 οπότε οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Σητεία. Οι κάτοικοι δέχονται την απόφαση με απόγνωση. Δεν θέλουν να αφήσουν το χώμα των προγόνων τους, το βίο τους και τα ιερά τους. Ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Μπουνιαλής στο ποίημα του για τον πόλεμο της Κρήτης κατά των Τούρκων που αποτελείται από 12.000 στίχους και πρωτοτυπώθηκε στην Βενετία το 1681, τραγουδά με αληθινό σπαραγμό το δράμα των προσφύγων.
Να πάρουν ούλο το λαό, να τη χαλού με βία,
Και τον Ρετούρη επήρασι κι όλους με πλήσια πίκρα
Κι αφήκασι τα σπίτια ντω τα πλούσια κ’ εδιαβήκα
Στ’ τσι βάρκες και τα κάτεργα τα’ έβαλε να μισέψει,
Μα τη καρδιά τω Χριστιανών τις να τη θεραπέψει
Εις το κακό που πάθασι απού τα σπίτια εκαίγα,
Όσοι κι αν ήτονε εκεί εδερνουνταν κι εκλαίγα
Κ’ εγροίκας θρήνους άμετρους, δαρμούς πολλούς να κάνου
Τη γη τους να φιλούσινε και τα μαλλιά να βγάνου
Τη χώρα να ρημάσουσι και τα περίχωρα τζι
Τα ζώα να σκοτώνουσι, να κόφτουν τα δενδρά τζι
Εδάρνουντένε διχερής κι ελέγαν τι θεωρούμε
Και που θα βρούμε κατοικίες σα τούτες να σταθούμε;
Και την πατρίδα την γλυκειά πως ν’ αποχωρηστούσι
Και μπλιο δεν την κυτάζουνε ουδέ τήνε πατούσι…».
Την πτώση της Σητείας περιγράφει επίσης και ο ιατροφιλόσοφος Αθανάσιος Σκληρός ή Πικρός που έζησε τα γεγονότα του Βενετοτουρκικού πολέμου και πέθανε στο Ηράκλειο το 1664 και ο οποίος περιέργως ονομάζει την Σητεία Εστία. Μετά την εγκατάλειψη και καταστροφή της πόλης όλες οι ιστορικές μαρτυρίες δείχνουν πως η Σητεία δεν συνοικίστηκε για δύο αιώνες.
Γράμματα και Τέχνες
Η Σητεία δεν είναι μόνο η χώρα των Ετεοκρήτων αλλά και των Κορνάρων της μεγάλης αυτής Ενετοκρητικής οικογένειας που έδωσε τον Βιτσέντζο Κορνάρο ποιητή του αριστουργηματικού μεσαιωνικού ποιήματος «ο Ερωτόκριτος» που ιστορεί τις περιπέτειες της βασιλοπούλας Αρετούσας, κόρης του βασιλιά των Αθηνών Ηρακλή και του Ερωτόκριτου, γυιού του αυλικού του Πεζόστρατου. Οι 10.000 στίχοι του ποιήματος που συνθέτουν ένα από τα ομορφότερα «παντρέματα» έπους και λυρισμού γαλούχησαν για πολλούς αιώνες τις Ελληνικές γενιές. Ο «Ερωτόκριτος» έγινε τραγούδι, μοιρολόϊ,
To Θέταρο , ζει στις ψυχές των Ελλήνων και δη των Κρητικών που τον περιβάλλουν με αληθινό πάθος. Το ποιος είναι ο ποιητής το γράφει ο ίδιος στο τέλος του μεγάλου έργου του:
Βιτσέντζος είν΄ο ποιητής και στη γενιά κορνάρος
Που να βρεθεί ακριμάτιστος σα τον πάρη ο Χάρος
Στη Στεία εγεννήθηκε στην Στείαν ενεθράφη
Εκει΄καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει
Στο Κάστρον επαντρεύτηκε, σαν αρμηνεύγ φύση
το τέλος του έχει να γενή όπου ο θεός ορίση
Σήμερα η έρευνα έχει δεχθή σαν αναμφισβήτητη την κρητική καταγωγή του ποιητή του Ερωτόκριτου και θεωρείται πια κακόβουλο αστείο η θεωρία ότι ο Βιτσέντζος Κορνάρος ήταν απλώς ένας αντιγραφέας. Αλλά και η γνώμη του Ξανθουδίδη ότι ήταν αμιγούς Κρητικής καταγωγής θεωρείται εκ των πραγμάτων αναπόδεκτη ενώ η άποψη ότι ήταν Ενετικής καταγωγής που είχε όμως αφομοιωθεί στη σκέψη και την γλώσσα από το ντόπιο Κρητικό στοιχείο έχει σήμερα επικρατήσει. Αυτό ακριβώς-πιστεύουν οι νεώτεροι μελετητές- δείχνει ακριβώς την δύναμη αυτού του τόπου.
Σίγουρο επίσης θεωρείται ότι ο «Ερωτόκριτος» είναι πρωτότυπο ποίημα με παλαιότερα πρότυπα. Για την λογοτεχνική του αξία παραθέτω απλώς τα λόγια του Παλαμά «ο ποιητής του Ερωτόκριτου είναι μέγας του Ελληνικού Έθνους και αθάνατος ποιητής» και του Αργύρη Εφταλιώτη «τέτοια είναι τα έργα που σε χώρες πιο φωτισμένες τα βλέπουμε….να στολίζουν βιβλιοθήκες, σχολεία και σπιτικά και να λατρεύονται σαν είδος ιερά φυλακτήρια, εθνικά, ομορφιάς και τέχνης». Αλλά οι πιο πολλές αμφισβητήσεις έγιναν γύρω από το πρόσωπο του ποιητή επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία να θεμελιώσουν με ασφάλεια το πιοός Βιτσέντζος Κορνάρος ήταν ο δημιουργός του Ερωτίκριτου,. Η σύγχυση στην αρχή ήταν ακόμα μεγαλύτερη επειδή από τους πρώτους ερευνητές αγνοήθηκαν τελείως τα Ενετικά αρχεία.
Ο Ξανθουδίδης, ένας από τους πρώτους μεγάλους μελετητές του «Ερωτόκριτου», πιστεύει πως ποητής του είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος που χάραξε το όνομά του στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου στην Μυρσίνη με χρονολογία 1677. Ο άλλος μελετητής του ο Γιάνναρης θεωρεί δημιουργό του ποιήματος τον Βιτσέντζο Ανδρέα Κορνάρο που ήταν συμβολαιογράφος στη Σητεία και που γεννήθηκε το 1486.
Ο Σάθας μιλά για Βιτσέντζο Κορνάρο του Ανδρέα που ήταν κάτοικος του Χάνδακα όπως φαίνεται από συμβόλαιο του 1561 για το οποίο συμφωνεί και ο Μέρτζος. Το 1955 ο ακούραστος ιστοριοδίφης Στέργιος Σπανάκης δημοσιεύει την διαθήκη του Ανδρέα Τζάκομο Κορνάρο του 1611, ο οποίος είχε αδελφό Βιτσέντζο. Το καλοκαίρι του 1968 ο καθηγητής Ν. Παναγιωτάκης πήγε στη Βενετία για πρώτη φορά έσκυψε πάνω στα περίφημα Ενετικά αρχεία.
Εκεί έγινε το μεγάλο βήμα αφού στο Βιτσέντζο Κορνάρο του Τζάκομο συγκεντρώθηκαν όλα τα στοιχεία της ακροστιχίδας του Ερωτόκριτου: Γεννήθηκε στη Σητεία, ήταν ο ποιητής όπως δείχνουν ποιήματά του που σώθηκαν στην Ιταλική, πήγε στον Χάνδακα και παντρεύτηκε όπου και πέθανε.
Ο Βιτσέντζο αδελφός του ιστορικού και ποιητή Ανδρέα γυιός του Τζάκομο γεννήθηκε στις 26 του Μάρτη το 1553 στο χωριό Τραπεζόντα. Αυτό αποδείχτηκε από επίσημη έρευνα που έκανε ο διοικητής της Σητείας όταν αποκαλύφθηκε ότι από λάθος δεν είχε γραφτεί στα βιβλία των ευγενών. Σε ηλικία 34 ετών άφησε τη Σητεία και παντρεύτηκε την Μαριέττα Ζένο και εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα όπου πέθανε το 1613 σε ηλικία 60 ετών.
Η σύθεση του ποιήματος πρέπει να έγινε στα 1585-1600 και το μεγαλύτερο μέρος της θα έγινε στην Σητεία και προφανώς θα αποτελειώθηκε στον Χάνδακα αφού ο ίδιος το αναφέρει άλλωστε. Εδώ θα άξιζε να αναφερθεί και σαν τέκνο της Σητείας και ο αδελφός του Βιτσέντζο ο Ανδρέας Τζάκομο Κορνάρος που γεννήθηκε το 1547 την Τραπεζόντα επίσης και που θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαγμένους Βενετοκρήτες αφού ίδρυσε και την ονομαστή Ακαδημία των Στραβαγκάντι στο Χάνδακα, σπουδαίο λογοτεχνικό σωματείο της εποχής.
Σώζονται πάνω από 2000 ποιήματα του γραμμένα στην Ιταλική, αλλά ξέρουμε πως μιλούσε Ελληνικά στις καθημερινές δοσοληψίες του.
Το πιο σπουδαίο έργο του ήταν η Historia Candiana (Ιστορία της Κρήτης) που αποτελεί την πρώτη ιστορικοπολιτική και αρχαιολογική γεωγραφία της Κρήτης. Να σημειωθεί ότι η καταγωγή της οικογένειας των Κορνάρων της Σητείας ήταν από την Κάρπαθο.
Σητειακός επίσης θεωρείται ο Ενετικής καταγωγής Ανδρέας Περτσιβάλης που γεννήθηκε γύρω στα 1600 και πολλοί τον θέλουν καθαρά Κρητικό με επώνυμο Περισσόβαλος. Σπούδασε στην Ιταλία είχε ξεχωριστές δυνατότητες και μεγάλη μόρφωση διακρίθηκε δε στο Τάγμα των Ιησουητών. Από τις προσωπικότητες που λάμπρυναν το Σητειακό όνομα τον 20ο αιώνα και που ο χρόνος – ο μόνος αδέκαστος κριτής – αξίωσε της τιμής αυτής μετά θάνατο, ήταν ο εξαίρετος καθηγητής της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Σπυριδάκης.
Την σημερινή πνευματική ζωή της Σητείας λαμπρύνουν σύλλογοι όπως η Περιηγητική Λέσχη Σητείας, το Λύκειο Ελληνίδων, το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Σητείας, αλλά ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τον μορφωτικό και πολιτιστικό σύλλογο «ο Βιτσέντζος Κορνάρος» ο οποίος άρχισε την πολυσχιδή δράση του από το 1930. Το 1932 έβαλε τις βάσεις για την δημιουργία μιας εξαιρετικά πλούσιας βιβλιοθήκης αλλά από τα πιο σημαντικά αντίστοιχα επαρχιακά Μουσεία.
Το πλούσιο λαογραφικό υλικό της Επαρχίας – το μεγαλύτερο μέρος από δωρεές Σητειακών και το άλλο από αγορές – στολίζει τις αίθουσες του Μουσείου και εντυπωσιάζει τον επισκέπτη.
Κατατάσσοντας τα εκθέματα σε κατηγορίες, γιατί η θέση τους αλλάζει ανάλογα με την απόκτηση καινούργιων, θα πρέπει να δώσουμε μια γενική εικόνα από αυτά προτού θαυμαστούν αυτοπροσώπως από τον επισκέπτη. Στεγάζεται σε κτήριο παραδοσιακό του Δήμου.












